ζημίας

ζημίας
ζημίᾱς , ζημία
loss
fem acc pl
ζημίᾱς , ζημία
loss
fem gen sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

См. также в других словарях:

  • αδίκημα — Πράξη ή παράλειψη αντίθετη με τους νομικούς κανόνες, που έχει ως αποτέλεσμα τη βλάβη ή την προσβολή ενός δημόσιου ή ιδιωτικού αγαθού (ζωή, τιμή, περιουσία κλπ. ατόμων, ακεραιότητα, παραβίαση μυστικών κλπ. της χώρας, ασφάλεια του κρατούντος… …   Dictionary of Greek

  • αποζημίωση — Το ποσό που υποχρεώνεται να καταβάλει κάποιος σε τρίτο, ως αποκατάσταση της ζημιάς που του προξένησε με πράξη ή παράλειψή του, αντίθετη προς τον νόμο. Σκοπός της α. είναι η υλική και ηθική –σε ορισμένες περιπτώσεις– αποκατάσταση του προσώπου που… …   Dictionary of Greek

  • ασφάλεια — Σύμβαση με την οποία ο ασφαλιστής, με αντάλλαγμα την καταβολή ορισμένου ποσού (που ονομάζεται ασφάλιστρο), αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο μέσα στα όρια της συμφωνίας, για τη ζημιά που έπαθε από ένα ατύχημα (α. κατά… …   Dictionary of Greek

  • βλάβη — Η κατά παράβαση του νόμου, ή συμβατικής υποχρέωσης, πρόκληση ζημίας σε άλλο πρόσωπο. Προϋποτίθεται ότι μεσολάβησε προσβολή ενός ξένου συμφέροντος που προστατεύεται από το δίκαιο. Η προσβολή αυτή μπορεί να προέρχεται είτε από τη μη εκπλήρωση… …   Dictionary of Greek

  • επιχείρηση — Η οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα που είναι προσανατολισμένη στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών για την αγορά. Η ύπαρξη των ε. είναι χαρακτηριστικό των ανεπτυγμένων οικονομικών συστημάτων, στα οποία η παραγωγική δραστηριότητα δεν αποσκοπεί… …   Dictionary of Greek

  • ναυταπάτη — η (νομ.) αδίκημα που συνίσταται σε δόλια πρόκληση ζημιάς στο πλοίο ή στο φορτίο από τον πλοίαρχο ή από το πλήρωμα με σκοπό την πρόκληση βλάβης στον πλοιοκτήτη ή σε πρόκληση ζημιάς από τον ίδιο τον πλοιοκτήτη για να εισπράξει την ασφάλεια. [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

  • τιμή — Όρος με τον οποίο χαρακτηρίζεται η ποσότητα χρήματος που δίνεται σε αντάλλαγμα αγαθών ή υπηρεσιών ή, πιο συγκεκριμένα, η αξία των αγαθών και των υπηρεσιών εκφραζόμενη σε χρήμα. Συχνά, αντί για τη λέξη τ., προτιμούν να χρησιμοποιούν, ειδικά στην… …   Dictionary of Greek

  • бѣгати — БѢГА|ТИ (232), Ю, ѤТЬ гл. 1.Бежать, передвигаться бегом: Римлѩнинъ же нѣкыи ѡ(т) коньникъ нарочитыи... гонѩ на кони, въсхытивъ нѣкоѥго оуношю ѡ(т) соупротивныхъ бѣгающю крѣпка тѣломь и въѡроужена, за шию имъ и преклонивъ ѥго коню бѣгающю… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • остоужати — ОСТОУЖА|ТИ (2*), Ю, ѤТЬ гл. 1.Устранять, исключать: Не ˫ако сн҃ве присни. ˫авившесѧ приидоша. но ˫ако чада скверна и чюжа. что ради приѥмлеть рекуше. ѡстужающе себе. ѡбщениѥ и ѥдинод҃шьѥ моѥ. (ὑπεξαιροῦντες) ФСт XIV/XV, 54а. 2. Зд. Наносить урон …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • PUTEUS — apud Scotos ad supplicia usurpatus, quibus mares furcâ suspendere, feminas puteo immergere mos; Unde ius furcarum et putei. Idem de veteribus Germanistradit Cornel. Tacitus de German. morib. Apud Plautum, poena fuit furacium coquorum, uti… …   Hofmann J. Lexicon universale


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»